ἐφυδριάς

ἐφυδρ-ιάς, άδος, ,
A of the water,

Νύμφαι Alex.Aet.3.22

, AP9.327 (Hermocr.), 329 (Leon.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφυδριάς — ἐφυδριάς, ἡ (Α) αυτή που ανήκει, που ζει στο νερό («ἐφυδριάδες Νύμφαι», Ανθ. Παλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ὑδριάς (< ὕδωρ, ατος)] …   Dictionary of Greek

  • ἐφυδριάς — of the water fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφυδριάδας — ἐφυδριάς of the water fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφυδριάδες — ἐφυδριάς of the water fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.